language choice

EuroCom: Ένας δρόμος προς την πολυγλωσσία στην Ευρώπη

EuroComRom: Τα επτά κόσκινα

Μια πολύγλωσση πρόσβαση στον κόσμο των ρομανικών γλωσσών

  1. Εισαγωγή

    1. Πολυμορφία και πλούτος των γλωσσών στην Ευρώπη

Η Ευρώπη ζει στις μέρες μας μια διαδικασία αμοιβαίων ανταλλαγών και επαφών στη διακίνηση προϊόντων και προσώπων, όπως και στον τομέα της επικοινωνίας και της πληροφορίας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είναι κάτι πρωτόγνωρο, ακόμη και σε σύγκριση με την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του ”διεθνούς” Μεσαίωνα. Οι γλωσσικές κοινότητες της Ευρώπης προσεγγίζουν όλο και περισσότερο η μία την άλλη. Επιπλέον, η γενικευμένη συνειδητοποίηση της γλωσσικής πολυμορφίας στην Ευρώπη οδηγεί σε συγκεκριμένες επαφές με όλο και περισσότερους Ευρωπαίους που μιλούν μια διαφορετική γλώσσα. H περιστασιακή επικοινωνία μέσω μιας τρίτης γλώσσας (lingua franca) μεγαλώνει την απόσταση και δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη εμβάθυνσης αυτών των επαφών, γιατί κανείς από τους εταίρους αυτής της επικοινωνίας δε μιλά τη γλώσσα του ή αυτή του συνομιλητή του, κανείς δεν κάνει στην πραγματικότητα ένα βήμα προς τον άλλον.

Η σημασία που έχουν οι αντίστοιχες μητρικές γλώσσες για την επίτευξη της καλύτερης αλληλοκατανόησης γίνεται ολοένα σαφέστερη για τους Ευρωπαίους. Η κοινή γνώμη, ωστόσο, θεωρεί υπερβολικά μεγάλο το χρόνο που απαιτείται για την κατάκτηση επαρκών για την επικοινωνία γνώσεων στις διάφορες γλώσσες των Ευρωπαίων πολιτών με τους οποίους υπάρχει κοινωνική επαφή. Κατά συνέπεια, θυσιάζεται δυστυχώς η πραγματική διαφοροποίηση των γλωσσών.

Είναι γεγονός ότι οι χώρες και οι γλωσσικές κοινότητες της Ευρώπης τονίζουν συστηματικά πόσο θα επιθυμούσαν τη διεθνή αποδοχή και το σεβασμό των γλωσσών τους. Αποθαρρύνονται, όμως, όταν τίθεται ζήτημα εισαγωγής, σε αμοιβαία βάση, της μητρικής γλώσσας τους στα προγράμματα των ευρωπαϊκών σχολείων. Η σε βάθος επικοινωνία μεταξύ των Ευρωπαίων εξακολουθεί, επομένως, να αντιμετωπίζει προσκόμματα. Η ελεύθερη διακίνηση των προσώπων και η εγκατάστασή τους σε άλλες χώρες παραμένει πολύ περιορισμένη εξαιτίας της έλλειψης προπαρασκευής, σε ένα πλαίσιο διαφοροποιημένης γλωσσικής κατάρτισης.

 

    1. Το πολύγλωσσο EuroCom

Σκοπός της νέας στρατηγικής EuroCom είναι να κάνει την πολυγλωσσία δυνατή για τους Ευρωπαίους κατά τρόπο ρεαλιστικό, δηλαδή

Το EuroCom πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ένα αναγκαίο συμπλήρωμα των προγραμμάτων ξένων γλωσσών στα σχολεία μας. Βεβαίως, τα περισσότερα ευρωπαϊκά σχολεία διδάσκουν σε πολυάριθμους μαθητές -με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας- δεξιότητες σε μία γλώσσα (κυρίως στα αγγλικά) και, ορισμένα από αυτά, σε μια δεύτερη γλώσσα (γαλλικά ή γερμανικά). Πάντως, δεν έχουμε φτάσει σε μια πολυγλωσσία που να στηρίζεται στην πολυπλοκότητα και στο γλωσσικό πλούτο της Ευρώπης και να οδηγεί προς μια παν-ευρωπαϊκή ικανότητα.

Το EuroCom συλλαμβάνεται ως ένα συμπλήρωμα της παραδοσιακής προσφοράς της εκμάθησης των γλωσσών. Μπορεί όμως να χρησιμεύσει και ως μεταρρυθμιστική πρόταση που θα διευκολύνει την εκμάθηση κατά τρόπο θεμελιακό.

Τα εμπόδια

Το κύριο εμπόδιο σε μια ευρύτερα διαδεδομένη πολύγλωσση ικανότητα είναι ψυχολογικό και συνδέεται με τα κίνητρα του μαθητή. Ο φραγμός δεν αφορά βεβαίως ούτε το χάρισμα ή την εξυπνάδα του καθενός, ούτε τόσο την εξοικονόμηση χρόνου. Το βασικό εμπόδιο είναι διττό: πρώτον, σε σχέση με την προσπάθεια της εκμάθησης που φοβίζει το κάθε άτομο, δεύτερον, σε άμεση συνάρτηση με την αντίληψη της κοινής γνώμης που δε θεωρεί την πολυγλωσσία ως τη φυσιολογική κατάσταση, αλλά ως κάτι αφύσικο.

Το EuroCom επιδιώκει να υπερκεράσει αυτόν το φραγμό που ορθώνεται από την αναμενόμενη προσπάθεια της εκμάθησης, αλλά και να εξαλείψει το φραγμό της νοοτροπίας που υπάρχει ιδίως στα αποκαλούμενα μονόγλωσσα μεγάλα κράτη. Η κοινωνία και τα σχολικά συστήματα των κρατών αυτών έχουν την τάση να θεωρούν την πολυγλωσσία ως χαρακτηριστικό σημάδι υπανάπτυξης. Η θέση αυτή, που περνά σχεδόν απαρατήρητη αν και αντιβαίνει τη λογική, θα πρέπει να αναιρεθεί μέσα από σαφείς εξηγήσεις και πληροφορίες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε, με τις περιφερειακές και υπερ-περιφερειακές κυβερνήσεις, να επηρεάσει ή και να αλλάξει τις στάσεις εναντίον της πολυγλωσσίας, ειδικά στις μεγάλες χώρες. Παρ’όλα αυτά, ένα ευνοϊκό πρόγραμμα για τις ευρωπαϊκές γλώσσες δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα παρά μόνο αν μειωθεί σημαντικά η δυσκολία πρόσβασης σε άλλες γλώσσες. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί να επιτύχει το EuroCom.

Το ξεκίνημα

Στο πέρασμα από μια γνωστή γλώσσα προς μια άλλη, η αποφασιστική στιγμή είναι το ξεκίνημα, η πρώτη επαφή που γίνεται με σκοπό την κατάκτηση της γλώσσας. Εκεί συγκεντρώνονται τα άγχη και οι αντιστάσεις. Μια στρατηγική που θα μπορούσε, σε αυτό το κρίσιμο σημείο, να προσφέρει μια λύση χωρίς να απαιτεί προσπάθεια εκμάθησης, θα ήταν ο πρωταρχικός όρος για μια ρεαλιστική και πραγματολογική επιτυχία σε ένα πρόγραμμα εκμάθησης των ευρωπαϊκών γλωσσών.

Το EuroCom προσφέρει αυτήν τη δυνατότητα.

Το EuroCom προτείνει στους μαθητές, κατά τη φάση της εκκίνησης, μόνο ό,τι τους είναι εύκολο και πιο συγκεκριμένα: ό,τι ο μαθητής γνωρίζει ήδη, αλλά αγνοούσε ότι γνωρίζει. Η εμπειρία με το EuroCom δείχνει ότι φτάνεται έτσι ένα πολύ υψηλό επίπεδο κινητοποίησης του μαθητή για το ξεκίνημα της εκμάθησης: η διδακτική και ψυχολογική πρόθεση της δικής μας ‘μεθόδου’ εκμάθησης συνίσταται πράγματι στο να δείξει και να αποδείξει στους μαθητές ότι γνωρίζουν ήδη πάρα πολλά πράγματα που δεν υποψιάζονταν, με σκοπό βέβαια να τους δώσει αυτοπεποίθηση τη στιγμή της μετάβασης στη νέα γλώσσα. Οι μαθητές «μαθαίνουν» πρώτα απ’όλα όσα δε χρειάζεται να μάθουν. Ανακαλύπτουν την «απόδοση» του γλωσσικού κεφαλαίου που κατέχουν αλλά που δεν έχουν ακόμη αξιοποιήσει, και του οποίου τα κέρδη πρέπει να αποκομίσουν για να τα επανεπενδύσουν σε μια νέα γλώσσα. Αντιλαμβάνονται επομένως ότι τα κέρδη θα χαθούν μακροπρόθεσμα, αν δεν τα επανεπενδύσουν.

Το EuroCom της πρόσληψης

Για να γίνει αυτό, ακολουθούμε αρχικά τη στρατηγική εγκατάλειψης της απαίτησης για εξάσκηση των παραγωγικών γλωσσικών δεξιοτήτων (δηλαδή της ομιλίας και της γραφής) και επικεντρωνόμαστε, κατά την αρχική φάση που αποτελεί τον πυρήνα του EuroCom, στις προσληπτικές γλωσσικές δεξιότητες -εδώ στη γραπτή κατανόηση. Η γραπτή κατανόηση είναι η ευκολότερη για τον νεότερο ή μεγαλύτερο ενήλικο, και επομένως το πιο στέρεο θεμέλιο για την κατοπινή ανάπτυξη των δεξιοτήτων της ακουστικής κατανόησης, της προφορικής παραγωγής και της γραπτής έκφρασης. Εξάλλου, η δεξιότητα της γραπτής κατανόησης αποκτά, με δεδομένη την αυξανόμενη σπουδαιότητα του γραπτού λόγου, όλο και μεγαλύτερη αξία. Η διαδικασία πληροφόρησης και λήψης αποφάσεων βασίζεται όλο και περισσότερο σε γραπτά κείμενα. Ακόμη και η μαγνητοφώνηση και η ανάλυση της ανθρώπινης φωνής από τον υπολογιστή μετατρέπονται σε γραπτό κείμενο και ο λήπτης θα το προτιμά πάντοτε, καθώς του επιτρέπει να το διατρέξει και να εξοικονομήσει χρόνο.

 

    1. Καμία ξένη γλώσσα δεν είναι απολύτως παρθένο έδαφος

Η συμβατική διδασκαλία της γλώσσας δίνει στο μαθητή τη δυσάρεστη εντύπωση ότι ξεκινά τη γλώσσα από το σημείο μηδέν και ότι είναι απολύτως αδαής. Του μαθαίνει τις πρώτες φράσεις που αντιστοιχούν συχνά σε ένα εξαιρετικά χαμηλό νοητικό επίπεδο. Το EuroCom ξεκινά, αντίθετα, δείχνοντας όσα ο μαθητής μπορεί να συναγάγει από ένα καθημερινό κείμενο σε αυτή τη νέα γλώσσα. Το EuroCom κινητοποιεί τις υπάρχουσες αλλά μη αξιοποιημένες ικανότητες. Η αναζήτηση των γνωστών στοιχείων σε ό,τι μας φαίνεται ξένο περνά από δύο γλωσσικές βάσεις:

  1. την εγγύτητα και τη συγγένεια των γλωσσών,

  2. τους διεθνισμούς που, σε πολλούς τομείς της σύγχρονης ζωής και στην τεχνική ορολογία, βασίζονται σε μία κοινή λεξιλογική βάση.

Η πρώτη από τις δύο αυτές γλωσσικές βάσεις έχει την προτεραιότητα γιατί, πολύ πέρα από το λεξιλόγιο, είναι αυτή που επιτρέπει επίσης την ανάδειξη των γνωστών στοιχείων στη γλωσσική δομή της νέας γλώσσας, στους φθόγγους, στη μορφολογία, στο σχηματισμό των λέξεων και στη σύνταξη των φράσεων.

Βέλτιστη κατανόηση μέσω της αναγωγής

Η αναζήτηση των γνώριμων στοιχείων σε ό,τι μας είναι άγνωστο είναι μια διαδικασία που, επιπροσθέτως, χρησιμοποιεί την ανθρώπινη ικανότητα μεταφοράς σε νέα περιβάλλοντα των εμπειριών, των κατακτημένων νοημάτων και δομών. Το EuroCom εξασκεί το μαθητή ώστε να προσφεύγει συνεχώς σε αυτή την ικανότητα κατά το πέρασμά του προς μια νέα γλώσσα. Σκοπός είναι η βέλτιστη κατανόηση μέσω της αναγωγής. Με αυτόν τον τρόπο όμως, δε ζητάμε από το μαθητή τίποτε άλλο από ό,τι ξέρει ήδη να κάνει. Πρέπει απλώς να βγάλει ό,τι καλύτερο μπορεί από ό,τι ήδη κατέχει, από ό,τι ήδη γνωρίζει. Το EuroCom παρέχει όλη την απαραίτητη βοήθεια για τη μεγιστοποίηση της κατανόησης μέσω της αναγωγής, με ελαχιστοποίηση της καταβαλλόμενης προσπάθειας. Το EuroCom βοηθά τους μαθητές να βοηθήσουν τον εαυτό τους.

Στους παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας για αρχαρίους, η γλωσσική επιτέλεση ανάγεται σε ένα ζήτημα σωστού και λάθους και ό,τι δεν είναι απόλυτα σωστό θεωρείται χωρίς αξία και προς διόρθωση. Το EuroCom, αντίθετα, λαμβάνει υπόψη τη χρησιμότητα κάθε κατανόησης μέσω αναγωγής που είναι κατά προσέγγιση σωστή. Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την παροχή ψυχολογικών κινήτρων στο μαθητή.

Γενικά, στο EuroCom λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα: οτιδήποτε οδηγεί προς την κατανόηση του γενικού νοήματος ενός κειμένου μέσω της αναγωγής και προς τη στοιχειώδη επικοινωνία είναι ήδη ένα πολύτιμο επίτευγμα που μπορεί να κινητοποιήσει ένα μαθητή ώστε να βελτιωθεί και να εξασκηθεί περισσότερο. Τα λάθη δεν είναι πλέον πλάνες. Τα περισσότερα λάθη δείχνουν ένα μικρό ή μεγάλο μέρος έξυπνης επιτέλεσης. Είναι απλώς απαραίτητο να αυξάνεται συνεχώς, κατά τρόπο ενδιαφέροντα και θαρραλέο (χωρίς φόβο του λάθους και με την προοπτική μιας επιτυχίας), αυτό ακριβώς το μικρό ή μεγάλο μέρος.

Όλα όσα ήδη γνωρίζω

Το EuroCom οργανώνει τους τομείς στους οποίους μπορούμε να βρούμε γνωστά στοιχεία σε κάθε νέα γλώσσα, στο βαθμό που αυτή ανήκει στην ίδια οικογένεια ή στον ίδιο τύπο γλωσσών. Υπάρχουν επτά τομείς που θα ονομάσουμε τα επτά κόσκινα. Η οργάνωση αυτή θα παρουσιαστεί στη συνέχεια, με τη βοήθεια του παραδείγματος της οικογένειας των ρομανικών γλωσσών, του EuroComRom. Το ίδιο μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών, το EuroComGer, ή των σλαβικών, το EuroComSla. (Το EuroComRom για το Γερμανό μαθητή προϋποθέτει τη γνώση, στο πλαίσιο του σχολείου, μιας ρομανικής γλώσσας η οποία στο γερμανικό σχολικό σύστημα -και όχι μόνο- είναι συνήθως η γαλλική. Μπορεί όμως να βοηθήσει και η αγγλική που, σε ένα μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της, είναι μια ρομανική γλώσσα. Για το Γάλλο μαθητή, η οξιτανική, η ισπανική ή η ιταλική μπορούν να βοηθήσουν για το πέρασμα προς τις άλλες ρομανικές γλώσσες.

Κατά τη διάρκεια των επτά φάσεων αυτής της πορείας, ο μαθητής κοσκινίζει και, όπως ένας χρυσοθήρας που αντλεί το χρυσάφι μέσα από το νερό του ποταμού, αντλεί από τη νέα γλώσσα όλα όσα ήδη κατέχει, καθώς τα έχει κατακτήσει μέσω της δικής του γλώσσας. Αφού κοσκινίσει επτά φορές τη γλώσσα, ο μαθητής ανακαλύπτει ότι είναι εύκολο να διεισδύσει σε ένα κείμενο εφημερίδας (για παράδειγμα στον τομέα της διεθνούς πολιτικής) στη νέα γλώσσα, τουλάχιστον ως προς τις βασικές πληροφορίες. Ξεκινώντας από τα δεδομένα αυτά, αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να καταλάβει αρκετά καλά το νόημα των άλλων μερών του κειμένου.

Η συστηματική διάκριση των επτά διαφορετικών τομέων γίνεται για λόγους σαφήνειας. Ο μαθητής πρέπει να αντιληφθεί ποιοι είναι οι διάφοροι τομείς που του παρέχουν μια επιτυχημένη κατανόηση. Την ιεραρχία των διάφορων τομέων, τις προφανείς και άμεσες δυνατότητες κατανόησης με αναγωγή διαδέχονται οι δυνατότητες που απαιτούν μια πιο προσεκτική προσέγγιση και αρκετή εξάσκηση. Μετά την αρχική διδακτική φάση, η πρακτική εργασία κατανόησης του κειμένου θα στηριχτεί σε κάθε ένα από τα επτά κόσκινα, χωρίς διάκριση ιεραρχικής κατάταξης, ανάλογα με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από το κείμενο.

 

    1. Τα επτά κόσκινα

      Με το πρώτο κόσκινο, αντλούμε από τη νέα γλώσσα το διεθνές λεξιλόγιο [ΔΛ]. Στο σύγχρονο πολιτισμό μας, όλες οι γλώσσες διαμόρφωσαν αυτό το λεξιλόγιο, σε μεγάλο βαθμό κοινό για όλες. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του έχει λατινική – ρομανική βάση, κάτι που, κατά το αρχικό στάδιο της μετάβασης, ευνοεί σημαντικά τις ρομανικές γλώσσες. Ένας ενήλικος κατέχει περίπου 5.000 τέτοιες λέξεις, τις οποίες είναι ικανός να αναγνωρίσει χωρίς προσπάθεια στις άλλες γλώσσες, καθώς είναι ελάχιστα μόνο αλλαγμένες. Αν προσθέσουμε το διεθνές λεξιλόγιο στα ονόματα των προσώπων, στα ονόματα των κοινών διεθνών θεσμών, στους γεωγραφικούς όρους κ.λπ., έχουμε το μέρος του κειμένου που σε ένα άρθρο εφημερίδας, διεθνούς πολιτικής για παράδειγμα, μπορεί να γίνει αμέσως κατανοητό. Αυτό το λεξιλόγιο είναι άλλωστε πολύ συχνό σε αυτό το είδος κειμένων και αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος τους.

      Με το δεύτερο κόσκινο, αντλούμε επιπλέον το ειδικό λεξιλόγιο που είναι κοινό στην οικογένεια των ρομανικών γλωσσών: το παν-ρομανικό λεξιλόγιο [ΠΛ]. Αυτό το κόσκινο μάς δείχνει πόσο η γνώση μίας μόνο ρομανικής γλώσσας αντιπροσωπεύει ήδη μια μεγάλη πύλη ανοιχτή προς όλες τις άλλες ρομανικές γλώσσες. Οι μαθητές που έχουν ήδη επενδύσει σε μια δεύτερη ρομανική γλώσσα μπορούν να αποκομίσουν τα κέρδη για τις άλλες ρομανικές γλώσσες. Περίπου 500 λέξεις του κοινού λατινικού μας παρελθόντος υπάρχουν ακόμη σήμερα στο βασικό λεξιλόγιο των περισσότερων ρομανικών γλωσσών. Αυτό το δεύτερο κόσκινο είναι άλλωστε ιδιαίτερα σημαντικό για την οικογένεια των γερμανικών ή των σλαβικών γλωσσών, γιατί το παν-γερμανικό λεξιλόγιο, για παράδειγμα, συμπίπτει λιγότερο με το διεθνές λεξιλόγιο και προσφέρει έτσι ένα μεγαλύτερο συμπληρωματικό λεξιλόγιο.

      Φτάνουμε ως το τρίτο κόσκινο, για να χρησιμοποιήσουμε κατά στρατηγικό τρόπο τις λεξιλογικές ομοιότητες. Αυτό γίνεται με τον εντοπισμό των ηχητικών αντιστοιχιών [ΗΑ]. Πολυάριθμες και συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις δεν αναγνωρίζονται εύκολα εκ πρώτης όψεως στη νέα γλώσσα, γιατί κατά τη διάρκεια των 1.500 τελευταίων ετών εξελίχθηκαν διαφορετικά στο επίπεδο των φωνημάτων. Το EuroCom θέτει στη διάθεση του μαθητή όλες τις μορφές αντιστοιχίας των φωνημάτων, ώστε να τον οδηγήσει στην ευχερή αναγνώριση της ομοιότητας μιας λέξης και επομένως στη σήμανσή της. Οι ανακαλύψεις που κάνει κάθε μαθητής στην επαφή του με μια συγγενή γλώσσα συστηματοποιούνται μέσα από έναν περιορισμένο αριθμό αντιστοιχιών μεταξύ φωνημάτων. Μπορεί έτσι ο μαθητής, καταβάλλοντας προσπάθειες μάθησης και ξεκινώντας κάθε φορά από ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, να αναλύσει αμέσως έναν αριθμό ιστορικών αλλαγών και να αναγνωρίσει τη λέξη μέσα στο νέο της ένδυμα. Γνωρίζοντας ότι στο nuit αντιστοιχεί το ισπανικό noche και το ιταλικό notte, μπορεί να συναγάγει ότι στο lait αντιστοιχεί το leche των ισπανικών και το latte των ιταλικών.

      Το τέταρτο κόσκινο σχετίζεται με την ορθογραφία και την προφορά [ΟΠ]. Βέβαια, οι ρομανικές γλώσσες χρησιμοποιούν τα ίδια γράμματα για τη μεταγραφή των περισσότερων φωνημάτων, ορισμένες ορθογραφικές λύσεις είναι ωστόσο διαφορετικές και δυσχεραίνουν την αναγνώριση της ομοιότητας της λέξης και της σημασίας. Το EuroCom κάνει το μαθητή να συνειδητοποιήσει αυτές τις διαφορές που έχει υιοθετήσει κάθε γλώσσα, με τη βοήθεια ενός σαφούς και συστηματικού πίνακα. Το EuroCom ξεδιαλύνει τη λογική της ορθογραφικής σύμβασης που καθιέρωσε κάθε γλώσσα και αναιρεί έτσι τις δυσκολίες. Ο μαθητής οφείλει λοιπόν να συγκεντρώσει την προσοχή του μία μόνο φορά, με συνειδητό τρόπο, σε πολύ λίγα φαινόμενα. Παράλληλα, ορισμένες συμβάσεις προφοράς γίνονται διάφανες και χρησιμοποιούνται για να φανερώσουν τις ομοιότητες λέξεων: δείχνεται ότι λέξεις που γράφονται με διαφορετικό τρόπο είναι όμοιες ως προς την προφορά τους.

      Το πέμπτο κόσκινο εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι οι εννέα θεμελιώδεις συντακτικοί τύποι [ΣΤ] είναι δομικά οι ίδιοι σε όλες τις ρομανικές γλώσσες. Οποιοσδήποτε το συνειδητοποιήσει, μπορεί αμέσως να εκτιμήσει σε ποιο βαθμό οι συντακτικές του γνώσεις σε μια ρομανική γλώσσα θα του είναι χρήσιμες για να εντοπίσει τη θέση των άρθρων, των κυρίων ονομάτων και των ουσιαστικών, των επιθέτων, των ρημάτων, των συνδέσμων. Ακόμη και στις πολυάριθμες δευτερεύουσες προτάσεις (υποθετικές ή αναφορικές και άλλες), η σειρά των όρων είναι αρκετά προφανής. Με βάση αυτή τη μεγάλη παραλληλία, οι ιδιαιτερότητες που υπάρχουν σε κάθε γλώσσα μπορούν εύκολα να απομονωθούν και να γίνουν γρήγορα διάφανες με την ενίσχυση ορισμένων εξηγήσεων.

      Με το έκτο κόσκινο, το EuroCom παρέχει τους βασικούς κανόνες για τη Μορφο-σύνταξη [ΜΣ], οι οποίοι μπορούν να εφαρμοστούν για να συμπυκνώσουν σε έναν κοινό παρονομαστή τις διάφορες γραμματικές λέξεις ή τις καταλήξεις των λέξεων (για παράδειγμα, πώς αναγνωρίζουμε το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο στις ρομανικές γλώσσες). Έτσι, η ανάγνωση της δομής της φράσης είναι εύκολα προσεγγίσιμη. Τα μορφο-συντακτικά στοιχεία είναι τα πιο συχνά στοιχεία ενός κειμένου. Γι’αυτό ακριβώς η αναγνώρισή τους είναι πολύ αποδοτική.

      Τέλος, το έβδομο κόσκινο είναι ένας κατάλογος προθημάτων και επιθημάτων [ΠΕ]. Επιτρέπει την ανάλυση των σύνθετων λέξεων, διακρίνοντας τη ρίζα από τα συμπληρώματά της. Αρκεί να ανακαλεί κανείς ένα μικρό αριθμό λατινικών ή ελληνικών προθημάτων και επιθημάτων, για να μπορεί να αποκωδικοποιήσει ένα πλήθος λέξεων.

      Στην πορεία αυτών των επτά διαδικασιών επιλογής, ο μαθητής μπορεί να διαπιστώσει ότι διαθέτει ένα μεγάλο ρεπερτόριο ήδη γνωστών στοιχείων στον λεξιλογικό και στον γραμματικό τομέα μιας ρομανικής γλώσσας και ότι αυτό ισχύει για πολλές γλώσσες ταυτόχρονα. Η αξία του EuroCom είναι εδώ στρατηγικά αποφασιστική: δεν υπάρχει πια επίπονη πρόσβαση από τη μια γλώσσα σε μιαν άλλη και μετά πάλι σε μιαν άλλη, γιατί χάρη σε μια ενιαία προσπάθεια ανοίγει η πύλη προς όλες τις γλώσσες. Κατά συνέπεια, δεν είναι πια αναγκαίο ή οικονομικά συμφέρον να απαρνηθεί κανείς το στόχο να μάθει πολλές γλώσσες. Αντίθετα, ο περιορισμός αυτού του πολύγλωσσου στόχου θα σήμαινε την απεμπόληση μεγάλων πλεονεκτημάτων.

       

    2. Οι επιμέρους γλώσσες

      Στη δεύτερη μόνο φάση της στρατηγικής του EuroCom, συνιστάται να ακολουθήσει ο μαθητής τις δικές του κλίσεις και προτιμήσεις και να βρει κέντρα ενδιαφέροντος στην οικογένεια των γλωσσών στην οποία διείσδυσε με τα επτά κόσκινα.

      Για το σκοπό αυτό, το EuroCom προτείνει τα συνοπτικά πορτρέτα έξι ρομανικών γλωσσών, που μιλιούνται συνολικά από 750 εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτά τα συνοπτικά πορτρέτα, συνεπικουρούμενα από τα επτά κόσκινα, κάνουν συστηματική τη γλωσσική γνώση που κινητοποιήθηκε και τη συμπληρώνουν στρατηγικά.

      Το συνοπτικό πορτρέτο κάθε γλώσσας αρχίζει με λεπτομέρειες για τη γεωγραφική διάδοσή της και για τον αριθμό των ομιλητών της. Παρέχει μια σύντομη ιστορική επισκόπηση από τις ρίζες της μέχρι σήμερα και αναφέρει τις σπουδαιότερες διαλέκτους και ποικιλίες της.

      Ένα σημαντικό συστατικό του συνοπτικού πορτρέτου είναι μία περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών, η οποία παρουσιάζει σε συμπυκνωμένη μορφή τα τυπικά χαρακτηριστικά της γλώσσας ως προς την προφορά, την ορθογραφία και τη δομή των λέξεών της. Κατ’αυτόν τον τρόπο, οι διάσπαρτες εντυπώσεις για την ακουστική κατανόηση ή για τη γραφή τυποποιούνται και γίνονται συνειδητές. Η συγκεκριμένη γλώσσα διαφοροποιείται λοιπόν σαφώς σε σχέση με τις άλλες συγγενικές γλώσσες, ώστε ο μαθητής να αρχίσει να σχηματίζει καθαρά στο μυαλό του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε γλώσσας, με βάση τις συγγένειες και τις ομοιότητες που αποκαλύπτονται μέσω της διαδικασίας με τα επτά κόσκινα.

      Αυτή η περιγραφή ακολουθείται από ένα σύντομο λεξικό (που περιέχει και μία συνοπτική γραμματική), που διαιρείται σύμφωνα με τα μέρη του λόγου. Παρουσιάζει συστηματικά τα 400 συχνότερα χρησιμοποιούμενα λεξικά στοιχεία: αριθμούς, άρθρα, προθέσεις, τα σημαντικότερα ονόματα, επίθετα, συνδέσμους, τοπικά, χρονικά και ποσοτικά επιρρήματα και ακόμη τα είκοσι συχνότερα ομαλά και ανώμαλα ρήματα. Δημιουργούνται έτσι συστηματικοί κατάλογοι των λέξεων στις οποίες υπάρχει πρόσβαση μέσα από τα επτά κόσκινα. Θα συμπληρωθούν με τις συχνές και σημαντικές λέξεις που ενδεχομένως δεν υπάρχουν σε μια γλώσσα. Τέλος, σε ένα αλφαβητικό λεξιλόγιο εμφανίζονται οι δομικές λέξεις κάθε γλώσσας (καθώς και οι συχνότερα εμφανιζόμενες λέξεις της), που συμμετέχουν σε ποσοστό 50-60% στη συγκρότηση των καθημερινών κειμένων. Στη συνέχεια αποσπώνται από τον κατάλογο αυτόν οι λέξεις που δεν μπορούν να κατακτηθούν κατά τη διάρκεια των επτά σταδίων επιλογής και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Ευτυχώς αυτές οι ιδιαιτερότητες δεν είναι τελικά παρά ελάχιστες, έστω και συχνές, λέξεις (κατά μέσο όρο δώδεκα λέξεις ανά γλώσσα).

      Τα συνοπτικά πορτρέτα παρουσιάζονται συνειδητά σε συμπυκνωμένη μορφή: με ένα ελάχιστο εισερχόμενο (input), 12 σελίδες ανά γλώσσα, αναμένεται ένα μέγιστο εξερχόμενο (output) και μέγιστη χρησιμότητα για την πρόσκτηση μιας γλώσσας μέσω της ανάγνωσης.

      Έτσι εξοπλισμένος, ο μαθητής διαθέτει μία στέρεη βάση για την ανάπτυξη της προσληπτικής ικανότητας που μπορεί πολύ γρήγορα να αναπτυχθεί με εντατική και βαθμιαία διαφοροποιούμενη ανάγνωση στις επιλεγμένες γλώσσες. Η ανάγνωση θα διευκολύνει τη μετάβαση προς την πρόσληψη ακουστικών κειμένων και θα μπορέσει να κινητοποιήσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την προφορική έκφραση. Πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η κατάκτηση μιας επαρκούς προσληπτικής ικανότητας σε πολλές γλώσσες αντιπροσωπεύει από μόνη της ένα θεμελιώδη στόχο για την Ευρώπη.

       

    3. To Eurocom ως εγχειρίδιο

      Το εγχειρίδιο που παρουσιάζεται εδώ είναι εργαλείο κατάλληλο για πανεπιστήμια, κέντρα εκπαίδευσης ενηλίκων και σχολεία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί από διδάσκοντες που αφοσιώθηκαν στη μελέτη διάφορων ξένων γλωσσών στην πορεία της ζωής τους. Πρέπει να θεωρηθεί ως συμπλήρωμα στην πληθώρα των διδακτικών υλικών που κάθε μαθητής μπορεί να συμβουλευθεί όταν παρουσιαστεί η ανάγκη ή η ευκαιρία. Καταρχήν, το βιβλίο αυτό έχει προκαταρκτική λειτουργία σε σχέση με τα συμβατικά εγχειρίδια εκμάθησης των διάφορων γλωσσών. Τα εξατομικευμένα γλωσσικά μαθήματα μπορούν έτσι να επιταχυνθούν και να απλοποιηθούν. Κερδίζεται χρόνος και μια μεγαλύτερη προσφορά γλωσσών γίνεται εφικτή.

      Οι διδάσκοντες δεν πρέπει να κατέχουν υποχρεωτικά όλες τις γλώσσες με τις οποίες ασχολείται το βιβλίο. Σε περίπτωση που ορισμένες γλώσσες τούς είναι άγνωστες, πρέπει να θέσουν στον εαυτό τους την πρόκληση να αποκρυπτογραφήσουν μαζί με τους άλλους μαθητές, σύμφωνα με τη στρατηγική Eurocom, ένα κείμενο εφημερίδας στη νέα γλώσσα. Με αυτήν την έννοια, η χρήση αυτού του εγχειριδίου είναι εξίσου ενδιαφέρουσα για ομάδες χωρίς διδάσκοντα, στο βαθμό που συμμετέχοντες από διαφορετικές γλωσσικές περιοχές αλληλοσυμπληρώνονται ως ειδικοί μέσα στην ομάδα. Κατά τη χρήση του βιβλίου για ατομική μελέτη, πρέπει να συνδράμουν ακουστικά ΜΜΕ, για να σχηματιστεί μια σωστή εικόνα για την προφορά.

      Το εγχειρίδιο έχει σκοπό να δείξει, με τη βοήθεια του μοντέλου EurocomRom για Γερμανούς, την πρακτική μετακένωση των βασικών αρχών της μεθόδου. Το μοντέλο αυτό είναι εύκολα εφαρμόσιμο στις άλλες γλώσσες αφετηρίας και άφιξης.

       

    4. Η εκμάθηση των γλωσσών και τα κίνητρα

      Η συστηματική αξιοποίηση της συγγένειας ή των ομοιοτήτων μεταξύ γλωσσών είναι μια πηγή που δε χρησιμοποιείται καθόλου μέχρι σήμερα για την ευχερέστερη πρόσβαση στην πολυγλωσσία. Το Eurocom διευκολύνει πραγματικά τη διαδικασία εκμάθησης. Αλλά, με τον ίδιο τρόπο, τα προσωπικά και υποκειμενικά κίνητρα κάθε ομιλητή θα είναι αποφασιστικά, όπως τονίστηκε στην παράγραφο 1.2. Η ετοιμότητα για την κατάκτηση διάφορων γλωσσών επηρεάζεται παρά πολύ από την επιτυχία ή την αποτυχία με την οποία στέφθηκαν οι προηγούμενες εμπειρίες εκμάθησης των γλωσσών. Είναι επομένως ευκταίο, πριν ξεκινήσει να εργάζεται κανείς με το Eurocom, να μιλήσει για τα άγχη και τις προκαταλήψεις που περιβάλλουν την πολυγλωσσία και να εξουδετερώσει τους υποκειμενικούς φραγμούς που σχετίζονται με την πολυγλωσσία.

      Τα πέντε άγχη

      Στις χώρες όπου τα παιδιά δε μεγαλώνουν σε πολύγλωσσο περιβάλλον, υπάρχουν πέντε είδη φόβων ή έλλειψης κινήτρων που ενοχλούν και εμποδίζουν την πρόσβαση στις άλλες γλώσσες. Πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς αυτά τα άγχη, για να τα απενεργοποιήσει ή, σε περίπτωση που πρόκειται για παράγοντες που βασίζονται σε λανθασμένα απλώς επιχειρήματα, να τα αντικρούσει.

      1. «Είμαι πολύ μεγάλος σε ηλικία. Μόνο ένα παιδί μπορεί να μάθει γλώσσες». Πρόκειται εδώ για μια υποτίμηση της μαθησιακής ικανότητας των ενηλίκων. Αντίθετα, πρέπει να αντιληφθούμε ότι τα πλεονεκτήματα που διαθέτει ένα παιδί (πολύ χρόνο, πολλή παιγνιώδη ενέργεια για ταύτιση με την προς εκμάθηση γλώσσα) τουλάχιστον αντισταθμίζονται από τα πλεονεκτήματα που έχει ένας ενήλικος. Ένας ενήλικος κατορθώνει σε πολλούς τομείς της εκμάθησης μια πρόοδο πολύ γρηγορότερη από αυτή του παιδιού, διαμέσου των γλωσσικών εμπειριών και των γνώσεών του, ιδίως αν ασχολείται εντατικά και έχει πολλά κίνητρα να μάθει τη γλώσσα αυτή. Στον ενήλικο, η προσεκτική ακρόαση και η ορθή προφορά συνδέονται επίσης με τη στάση του, με την αυτοπεποίθηση και με τη διάθεσή του εντρυφήσει πολύ γρήγορα σε ένα άλλο γλωσσικό περιβάλλον.

      2. «Δεν είμαι προικισμένος για την εκμάθηση γλωσσών». Δεν υπάρχουν μη προικισμένοι για τις γλώσσες (εκτός από την περίπτωση νοητικών δυσλειτουργιών): κάθε άνθρωπος έμαθε τη μητρική του γλώσσα, άρα είναι δυνατό να μάθει και άλλες γλώσσες. Αυτό που ξεχνούμε πάντοτε είναι ότι η κατάκτηση της μητρικής γλώσσας είναι μια πολύπλοκη και μακρόχρονη διαδικασία, ενώ συχνά η εκμάθηση άλλων γλωσσών είναι στην πραγματικότητα μια συγκριτικά γρήγορη διαδικασία. Όταν οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη δικαιολογία «δεν είμαι προικισμένος», συγκαλύπτουν γενικά την έλλειψη επαρκών κινήτρων ή την απροθυμία ή την έλλειψη αυτοπεποίθησης για την προσαρμογή σε μια νέα κατάσταση.

      3. «Θα μπερδευτώ αν μάθω μια νέα, συγγενική γλώσσα. Φοβάμαι ότι θα τις ανακατέψω στο μυαλό μου». Πίσω από αυτή την αρνητική οπτική της μετάβασης από μια γλώσσα σε μιαν άλλη, κοντινή της, φαίνεται πως κρύβεται η απλοποιημένη άποψη ότι ο εγκέφαλος δεν έχει αρκετό χώρο για πολλές γλώσσες. Είναι το μοντέλο του εγκεφάλου ως απλού δοχείου. Ωστόσο, ισχύει για τις γλώσσες ό,τι ισχύει και για άλλες ανθρώπινες δεξιότητες: όσο πιο πολλές γλώσσες μάθει κανείς, τόσο ευκολότερο είναι να μάθει ακόμη περισσότερες.

      Όσο για τη μείξη των γλωσσών, πρέπει να γίνει αντιληπτό πόσο μεγάλο πλεονέκτημα είναι το να αναγνωρίζει κανείς αμέσως λέξεις με βάση την ομοιότητά τους με τις λέξεις μιας άλλης γλώσσας, όπως και το να είναι ικανός να τις μάθει χωρίς πολλή προσπάθεια. Αν σκεφτόμασταν πόσο επιβαρυντικό πρέπει να είναι το να μην μπορούμε να «ανακατέψουμε» τις ευρωπαϊκές γλώσσες μας με γλώσσες όπως η αραβική και η ιαπωνική, γιατί δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου δεσμοί συγγένειας μεταξύ των λέξεων, θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που μπορούμε να χρησιμοποιούμε τη «μείξη» και θα αποδεχόμασταν πρόθυμα αυτή την αρχική αβεβαιότητα σχετικά με τη συγκεκριμένη μορφή της λέξης. Μπορούμε να βασιστούμε με εμπιστοσύνη στο ότι, κατά τη διάρκεια μιας εντατικής επαφής με μια νέα γλώσσα, θα αναπτύξουμε ένα πολύ ευδιάκριτο αίσθημα για το ποιες λέξεις, ποιες δομές και ποιοι φθόγγοι ανήκουν σε κάθε γλώσσα. Ας το ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά: στην αρχή της εκμάθησης μιας γλώσσας, είναι πολύ ευχάριστο να μπορούμε να εξυπηρετηθούμε με τις άλλες κοντινές γλώσσες. Δεν είναι δυσκολία, είναι μεγάλη ανακούφιση.

      4. «Αν μάθω μια νέα γλώσσα, θα ξεχάσω τις άλλες ξένες γλώσσες μου». Η εκμάθηση μιας νέας γλώσσας συγκεντρώνει όλη την προσοχή μας, ιδίως αν ζούμε σε μια χώρα όπου αυτή η γλώσσα μιλιέται. Είναι απολύτως φυσιολογικό να μην μπορούμε να περάσουμε αυτόματα σε μια προηγούμενα κατακτημένη γλώσσα, αν εργαζόμαστε εντατικά για να μάθουμε μια νέα γλώσσα. Όταν όμως γνωρίζουμε εξαρχής ότι αυτό θα συμβεί μπορούμε να χαλαρώσουμε και μετά από μερικά λεπτά διστακτικής συζήτησης, η ροή του λόγου ξαναγίνεται κανονική και σύντομα αισθανόμαστε και πάλι άνετα στη γλώσσα που μάθαμε παλαιότερα. Το ίδιο ισχύει και για τις γλώσσες που δεν έχουμε χρησιμοποιήσει για αρκετό καιρό. Ο εγκέφαλος τις κρατά «σε αναμονή» και απαιτείται το κατάλληλο ερέθισμα για να τις ενεργοποιήσει.

      Είναι σημαντικό να μην μπλοκάρουμε τον εαυτό μας από το φόβο. Κατά τη νέα συνάντηση με μια γλώσσα που γνωρίζουμε ήδη, χρειάζεται μια ικανή δόση αυτοπεποίθησης και πίστης ότι οι γλωσσικές ικανότητες που είχαν ήδη κατακτηθεί στο ζωντανό περιβάλλον μιας συζήτησης ή κατά τη διάρκεια μιας εντατικής μελέτης θα είναι εκ νέου διαθέσιμες πολύ σύντομα.

      5. «Δεν τολμάω να μιλήσω μια γλώσσα, μέχρι να μάθω να τη μιλάω σωστά». Βρισκόμαστε εδώ απέναντι στο πέμπτο από τα είδη άγχους που εμποδίζουν την εκμάθηση των γλωσσών: τη μανία της τελειότητας. Η ιδέα πως μια γλώσσα θα έπρεπε να χρησιμοποιείται μόνο όταν θα τη γράφουμε ή θα τη μιλάμε απόλυτα σωστά αναιρεί κάθε απόπειρα παιγνιώδους και πειραματικής χρήσης. Το σχολείο, που συνεχίζει να υπογραμμίζει τα λάθη με κόκκινο, που μοιράζει βαθμούς και διορθωτικές επιπλήξεις και σχεδόν ποτέ ενθαρρύνσεις, μάς επέβαλε αυτή την τάση αυτοδιόρθωσης ή ακόμη και αυτοτιμωρίας. Πρέπει να απελευθερωθούμε από όλες αυτές τις ανασταλτικές δυνάμεις ώστε να εισέλθουμε χαλαρά και με κίνητρα σε μια νέα γλώσσα. Στο σχολείο, η χρήση της γλώσσας καθορίζεται από τους βαθμούς. Επομένως, η αποφυγή των λαθών είναι ζήτημα επιβίωσης. Αντίθετα, αν στόχος είναι η επικοινωνιακή ικανότητα μέσω της χρήσης της γλώσσας, τότε οποιαδήποτε χρήση της γλώσσας, όσο λανθασμένη κι αν είναι, είναι αποτελεσματική, στο βαθμό που ο συνομιλητής καταλαβαίνει ή μπορεί να καταλάβει με τη βοήθεια διευκρινιστικών ερωτήσεων. Το θάρρος να μιλήσουμε με λάθη και η κατάκτηση στρατηγικών για βαθμιαία αυτοδιόρθωση είναι ο ορθός δρόμος για να φτάσουμε σε μια ολοένα βελτιούμενη ικανότητα, ξεκινώντας από μια περιορισμένη παραγωγική ικανότητα.

      Η ουτοπία μιας τέλειας ικανότητας στην ξένη γλώσσα ήταν γενικά το σύμβολο μιας ανώτατης μόρφωσης, ένας παράγοντας κοινωνικού κύρους. Πολλοί άνθρωποι συμπέραιναν ότι η ατελής κατοχή μιας γλώσσας υποδήλωνε την έλλειψη μόρφωσης, μια επιφανειακή καλλιέργεια, ένα χαμηλό κοινωνικό επίπεδο. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει. Κάθε βελτίωση της γλωσσικής ικανότητάς μας στην ξένη γλώσσα -είτε στις δεξιότητες ανάγνωσης είτε μόνο στη βασική και (ακόμη) ατελή ικανότητα της ομιλίας- είναι μια πρόσθετη κατάκτηση κατάρτισης, πείρας και γνώσης. Τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι δυνατό για όσους δε γνωρίζουν ξένες γλώσσες ή δεν έχουν τη διάθεση να πειραματιστούν: δεν μπορούν καν να φτάσουν μέχρι το σημείο να κάνουν λάθη.

      Αν δεχτούμε ότι ξοδεύουμε όλη τη ζωή μας τελειοποιώντας τη μητρική μας γλώσσα, τότε μπορούμε επίσης να αποκτήσουμε το δικαίωμα να μιλήσουμε άλλες γλώσσες, στην αρχή με περισσότερα λάθη και αργότερα πιο σωστά. Η βελτίωση είναι πάντοτε εφικτή και αναγκαία, και αυτό τελικά δε θα έπρεπε να αποτρέπει κανέναν από το να ξεκινήσει.

      Τα «πέντε άγχη» που συζητήθηκαν εδώ αντιπροσωπεύουν τους σημαντικότερους φραγμούς για την εκμάθηση των γλωσσών. Τα συμπεράσματα αυτά είναι καρπός μιας έρευνας με ερωτηματολόγια που πραγματοποιήθηκε με φοιτητές του EuroCom στο Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης. Οι φραγμοί αυτοί μπορούν να ξεπεραστούν με τη συνειδητοποίηση και την κατάλληλη πληροφόρηση. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι με την κατάκτηση προσληπτικών ικανοτήτων δεν είναι δυνατό να «μπερδέψουμε τις γλώσσες», εφόσον χρησιμοποιούμε διαγλωσσικούς συσχετισμούς για την κατανόηση. Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι μια λανθασμένη αναγωγή οδηγεί στην παραγωγή ενός λάθους στις νέες αυτές γλώσσες. Μια προσληπτική μέθοδος δεν παράγει λάθη, αντίθετα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την εκμάθηση μέσω συσχετισμών ακόμη και μέσω των λαθών, τα οποία θα αυτοδιορθωθούν στο πέρασμα από την πρόσληψη στην παραγωγή.

       

    5. Οι αρχές του EuroCom:

Τι αντιπροσωπεύει η στρατηγική του EuroCom;

Νέες γλώσσες, τις οποίες στην πράξη γνωρίζουμε ήδη

Το EuroCom φανερώνει ότι η εκμάθηση των γλωσσών είναι εύκολη, όπου υπάρχει συγγένεια μεταξύ των γλωσσών. Το EuroCom αποδεικνύει ότι ο ομιλητής μίας ευρωπαϊκής γλώσσας γνωρίζει ήδη πολλά για τις περισσότερες από τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες και δεν ξεκινά από το μηδέν, αλλά κατέχει ήδη πάρα πολλές γλωσσικές γνώσεις για τη νέα γλώσσα. Ο μαθητής ανακαλύπτει ότι οι γειτονικές γλώσσες δεν είναι ξένες γλώσσες, αλλά ένα μεγάλο μέρος τους τού ανήκει ήδη, κάτι από το οποίο αποκτά αυτοπεποίθηση και ταυτόχρονα το κίνητρο να μην αφήσει αυτές τις γλωσσικές γνώσεις να περιπέσουν σε αχρηστία. Το EuroCom κάνει διαυγείς για το μαθητή τις ικανότητές του να ανασυγκροτήσει το νόημα του αγνώστου, με τη βοήθεια των αναλογικών συμπερασμάτων και της χρήσης της λογικής του περικειμένου. Το EuroCom οδηγεί στη βελτιστοποίηση αυτών των ικανοτήτων.

Το EuroCom καθορίζει ρεαλιστικούς, άμεσους στόχους. Το EuroCom προσανατολίζεται προς την αύξηση των επιμέρους ικανοτήτων σε πολλές γλώσσες, αντί να τείνει προς τη χιμαιρική τελειοποίηση μίας ή δύο ξένων γλωσσών, γιατί η αληθινή ευρωπαϊκή γλωσσική πολυμορφία αρχίζει πέρα από τις διαδεδομένες ξένες γλώσσες, δηλαδή την αγγλική, τη γαλλική και τη γερμανική. Το EuroCom αυτοπροσδιορίζεται ως ένα συμπλήρωμα στην παραδοσιακή διδασκαλία των γλωσσών ή ως στρατηγική για την ανακούφιση και την επιτάχυνση της αρχικής της φάσης, καθώς και ως πιο πρώιμο και πιο γρήγορο πέρασμα προς τις γειτονικές γλώσσες.

Συνεπώς, το EuroCom συμπληρώνει το παραδοσιακό πρόγραμμα διδασκαλίας των γλωσσών εκεί όπου αυτό έχει αδυναμίες, κυρίως υπό ένα ευρωπαϊκό πρίσμα, δηλαδή στην έλλειψη διαφοροποίησης.

Το EuroCom στοχεύει επίσης καθαρά σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό κοινό σε σχέση με το διδακτικό στόχο της «ικανότητας του σχεδόν φυσικού ομιλητή». Η αίσθηση αποθάρρυνσης που προκύπτει από τον τελευταίο αυτό στόχο ακυρώνεται από την αναγνώριση και την ανάδειξη της αξίας των επιμέρους γλωσσικών ικανοτήτων σε πολλές γλώσσες.

Το EuroCom επιτρέπει στους Ευρωπαίους να εκτιμήσουν και να αξιοποιήσουν περισσότερο τις μητρικές γλώσσες (μεταξύ των οποίων και τη δική τους) και δεν τους επιβάλλει μια τρίτη γλώσσα ή μια lingua franca ως μοναδική λύση προς τη γλωσσική διαφοροποίηση και πολυμορφία.

Τελικά, το EuroCom αναδεικνύει περίτρανα ότι οι ευρωπαϊκοί πολιτισμοί ανήκουν στην ίδια οικογένεια και έχουν στενές αμοιβαίες σχέσεις.

Το ξεκίνημα είναι απλό

Το EuroCom συγκεντρώνει για το αρχικό στάδιο ό,τι είναι εύκολο στη νέα γλώσσα και απομακρύνει έτσι το μαθητή από το άγχος του αγνώστου και των αρνητικών του συνεπειών.

Το EuroCom επικεντρώνεται στην κατάκτηση της προσληπτικής ικανότητας, της ανάγνωσης ενός κειμένου, και προσφέρει έτσι μια γρήγορη πρόοδο στη μάθηση. Οι μαθητές συνειδητοποιούν την ταχύτητα με την οποία μπορούν να καταλάβουν μια γλώσσα. Το EuroCom χρησιμοποιεί όλες τις θετικές παραμέτρους για να αφυπνίσει και να διατηρήσει σε εγρήγορση την κινητοποίηση, δηλαδή την απόλαυση και την περιέργεια -την «ντετεκτιβική» απόλαυση της ανακάλυψης και της αναγωγής.

Ο μαθητής αρχίζει να προβληματίζεται γύρω από τη οικονομία της εκμάθησης. Εφαρμόζονται συστηματικά φόρμουλες μεγάλης πρακτικής χρησιμότητας και μεγάλης παραγωγικής αποτελεσματικότητας. Αντί για τη διαδοχική και επίπονη προσθήκη γλωσσών σε μια διαδικασία εκμάθησης που διαρκεί πολλά χρόνια, φτάνουμε άμεσα σε ένα γλωσσικό πολλαπλασιασμό, βασιζόμενοι σε σημασίες λέξεων και σε δομές που έχουν πολύγλωσση εφαρμοσιμότητα. Η ίδια η οικονομία στην εκμάθηση επιβάλλει την εστίαση της προσοχής σε όλες τις άλλες γλώσσες της ίδιας οικογένειας γλωσσών. Ο περιορισμός σε μία μόνο γλώσσα γίνεται τροχοπέδη, το άνοιγμα προς άλλες γλώσσες γίνεται ανακούφιση. Ο μαθητής ξεφεύγει έτσι από το σχολικό δίλημμα που αποκλείει την επιλογή άλλων ζωντανών γλωσσών, από τη στιγμή που έχει γίνει η επιλογή των δύο πρώτων ζωντανών γλωσσών του [ΖΓ1 + ΖΓ2].

Από την άποψη της παιδαγωγικής ψυχολογίας, το EuroCom προσπαθεί να δώσει μια νέα σημασία στα «λάθη», κρίνοντάς τα ως μερικώς επιτυχημένα αποτελέσματα αναγωγών, που πρέπει να βελτιωθούν. Τονίζεται με αυτόν τον τρόπο η θετική πλευρά της εικασίας: το «λάθος» είναι αποτέλεσμα της «δοκιμής». Σκοπός είναι η απομάκρυνση από τη μάθηση των φόβων για πιθανές κυρώσεις.

Το EuroCom βοηθά τους μαθητές να αυτοβοηθηθούν: σκέπτονται και μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν τις γλώσσες. Αποκτούν έτσι αυτοπεποίθηση και τη συνήθεια της προσέγγισης νέων γλωσσών.

Πρακτική χρησιμότητα από το ξεκίνημα

Η μερική προσληπτική ικανότητα που ο μαθητής, συνοδευόμενος ή όχι από ένα διδάσκοντα, μπορεί αυτόνομα να αναπτύξει μέσω της μελέτης (και περιστασιακά με τη βοήθεια ενός λεξικού), ώστε να αναπτύξει στέρεες γνώσεις, του αποφέρει από το ξεκίνημα μια πραγματική επικοινωνιακή χρησιμότητα. Η προσληπτική ικανότητα επιτρέπει την ανάγνωση πληροφοριών που αφορούν μια χώρα (ή προέρχονται από αυτήν), στη γλώσσα που χρησιμοποιείται εκεί. Το EuroCom δεν ασχολείται άμεσα με τη διδασκαλία της πολιτισμικής γνώσης, γιατί από το ξεκίνημα η προσληπτική ικανότητα οδηγεί σε πλούσιες πολιτισμικές γνώσεις μέσα από τα αυθεντικά κείμενα της αντίστοιχης χώρας (ή των αντίστοιχων χωρών). Το EuroCom καταρτίζει ειδικούς στην ανάγνωση που δεν εξαρτώνται πια από τις ακριβείς μεταφράσεις.

Εξάλλου, η ικανότητα κατανόησης του γραπτού λόγου είναι για τον ενήλικο μαθητή η απλούστερη βάση για να προμηθευτεί γρήγορα, με τη βοήθεια άλλων μέσων μαζικής ενημέρωσης, μια ικανότητα κατανόησης του προφορικού λόγου. Αυτή η ικανότητα ακουστικής κατανόησης επιτρέπει λοιπόν την άμεση κατανόηση των τηλεοπτικών πληροφοριών από πολλές και διάφορες χώρες. Επίσης, είναι δυνατή η κατανόηση των άλλων Ευρωπαίων που μιλούν αυτές τις γλώσσες και η συνέχιση της χρήσης της μητρικής γλώσσας μας, εφόσον οι εταίροι μας έχουν κατακτήσει την προσληπτική ικανότητα για τη γλώσσα μας. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας λειτουργεί πολύ καλά μετά από μερικά λεπτά εξοικείωσης και επιτρέπει την αντικατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ δύο συνομιλητών σε ελλιπέστατα αγγλικά. (Η προσφυγή σε μια lingua franca είναι πλέον απαραίτητη μόνο αν οι προσληπτικές ικανότητες των συνομιλητών δε διασταυρώνονται.). Αυτή η μορφή επικοινωνίας στη μητρική γλώσσα θα μπορούσε να αναχθεί σε πρόγραμμα για όλους τους Ευρωπαίους που θα έφερε τον τίτλο «γνωρίζω και μπορώ να ακούσω και να καταλάβω».

Αυτή η δυϊκή επικοινωνία είναι ο ευκολότερος δρόμος προς την προετοιμασία για την ενεργό χρήση της άλλης γλώσσας και για την κατοπινή ομιλία σε αυτή τη γλώσσα, που σταθερά ακούμε και καταλαβαίνουμε.

Κανένας δε γνωρίζει ακριβώς στη νεαρή ηλικία του προς ποια γλωσσική περιοχή θα τον κατευθύνει η ζωή του ή η εργασία του. Μια πολύγλωσση προσληπτική ικανότητα, που υπάρχει ήδη σε μία ή σε πολλές οικογένειες γλωσσών, μετατρέπεται πολύ γρήγορα, στην περίπτωση επαγγελματικής ανάγκης σε μια χώρα όπου μιλιέται άλλη από τη μητρική γλώσσα, σε μια παραγωγική ικανότητα στη γλώσσα της χώρας αυτής.

Ευρωπαϊκή – γλωσσική ικανότητα

Μόνο αν πολλοί Ευρωπαίοι μάθουν πολλές γλώσσες της Ευρώπης, η Ευρώπη θα γίνει πραγματικά ευρωπαϊκή ως προς τη γλώσσα, και όχι απλώς επικεντρωμένη αποκλειστικά στα αγγλικά (και κάπως στα γαλλικά ή στα γερμανικά). Η εμπειρία των ομοιοτήτων και των διαφορών που υπάρχουν ταυτόχρονα στις ευρωπαϊκές γλώσσες, θα χρησιμεύσει ως μοντέλο εμπειρίας αυτής της εγγύτητας μαζί και ετερότητας που βιώνουμε στην Ευρώπη. Με αυτόν τον τρόπο, η περιέργεια και η συμπάθεια για όλους όσοι μιλούν διαφορετικά και που μας είναι ξένοι, μπορούν ευκολότερα να συμβιβαστούν με την ίδια τη δική μας ταυτότητα.

Η εμπειρία της εύκολης κατάκτησης μιας προσληπτικής ικανότητας στο εσωτερικό της οικογένειας των ρομανικών γλωσσών ενθαρρύνει τη μεταφορά αυτής της εμπειρίας σε άλλες οικογένειες γλωσσών (γερμανικών ή σλαβικών), στις οποίες το EuroCom μπορεί να προσαρμοστεί, και πιο συγκεκριμένα σε κάθε οικογένεια αφετηρίας και για κάθε συνδυασμό με τη γλώσσα του αποδέκτη (για παράδειγμα το EuroComRom για τις ρομανόφωνες χώρες, το EuroComGer για τους γερμανόφωνους ή τους ρομανόφωνους). Σε τελική ανάλυση, το δίκτυο εγχειριδίων του EuroCom, με αμοιβαίες γέφυρες μεταξύ των τριών μεγαλύτερων οικογενειών ευρωπαϊκών γλωσσών, θα μπορούσε να αποτελέσει το κλειδί για τις γλώσσες της μεγάλης πλειονότητες των 700 εκατομμυρίων Ευρωπαίων.

Κατανοώντας τους συν-Ευρωπαίους στις γλώσσες τους: το EuroCom μετασχηματίζει τους μαθητές σε πραγματικούς Ευρωπαίους.

 

Μετάφραση: Γιώργος Ανδρουλάκης,

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

Το βιβλίο:

Horst G. Klein, Tilbert D. Stegmann

EuroComRom – Die Sieben Siebe.

Romanische Sprachen sofort lesen kφnnen.

(ISBN 3-8265-6947-4)

έχει εκδοθεί στη γερμανική γλώσσα από τον εκδοτικό οίκο Shaker Verlag.

 

 

language choice